Η κατακρήμνιση, γνωστή και ως καθίζηση, είναι μια γεωλογική διαδικασία κατά την οποία τα ιζήματα, τα ορυκτά ή άλλα υλικά μεταφέρονται από ένα διάλυμα και κατατίθενται σε μια επιφάνεια. Αυτή η διαδικασία είναι θεμελιώδης για τον σχηματισμό πολλών γεωλογικών δομών, όπως οι σταλακτίτες και οι σταλαγμίτες σε σπηλιές, καθώς και τα ιζηματογενή πετρώματα. Η κατακρήμνιση μπορεί να συμβεί σε διάφορα περιβάλλοντα, όπως σε υδάτινα διαλύματα, σε ατμοσφαιρικούς ατμούς και σε βιολογικά συστήματα.
Οι παράγοντες που επηρεάζουν την κατακρήμνιση είναι πολλοί και περιλαμβάνουν τη θερμοκρασία, την πίεση, τη συγκέντρωση των διαλυμένων ουσιών, το pH και την παρουσία καταλυτών. Η αύξηση της συγκέντρωσης μιας διαλυμένης ουσίας μπορεί να οδηγήσει σε υπέρκορη κατάσταση, όπου η ουσία αρχίζει να κατακρημνίζεται. Επιπλέον, η αλλαγή της θερμοκρασίας ή του pH μπορεί να επηρεάσει τη διαλυτότητα μιας ουσίας και να προκαλέσει κατακρήμνιση.
Η κατακρήμνιση έχει σημαντικές εφαρμογές σε διάφορους τομείς, όπως η χημεία, η γεωλογία, η περιβαλλοντική επιστήμη και η βιομηχανία. Στη χημεία, η κατακρήμνιση χρησιμοποιείται για την απομόνωση και τον καθαρισμό χημικών ενώσεων. Στη γεωλογία, η μελέτη των κατακρημνισμάτων μπορεί να παρέχει πληροφορίες για την ιστορία και τις συνθήκες του περιβάλλοντος στο οποίο σχηματίστηκαν. Στην περιβαλλοντική επιστήμη, η κατακρήμνιση μπορεί να συμβάλει στην απομάκρυνση ρύπων από το νερό και το έδαφος.