ArabicLib
Λεξικό
Μεταφραστής
Δοκιμές
Βιβλίο φράσεων
Λεξιλόγιο
Άρθρα
Σχετικά με το έργο
Επαφές
Όροι χρήσης
Εμπιστευτικότητα
Λεξικό
Μεταφραστής
Δοκιμές
Βιβλίο φράσεων
Λεξιλόγιο
ΕΛΛΗΝΙΚΆ
▼
Τεθωρακισμένα Οχήματα & Άρματα μάχης / Veicoli blindati e carri armati - Λεξικό
πανοπλία
armatura
δεξαμενή
cisterna
κανόνι
cannone
πυργίσκος
torretta
τροχιά
traccia
θωρακισμένος
corazzato
πλήρωμα
equipaggio
κέλυφος
conchiglia
πυροβολητής
cannoniere
μηχανή
motore
σκάφος
scafo
πολυβόλο
mitragliatrice
πυρομαχικά
munizioni
περισκόπιο
periscopio
μέλος πληρώματος
membro dell'equipaggio
χρωματιστή ζακέτα
blazer
apc
apc
παρακολουθείται
tracciato
διατρητικό
perforante
αμφίβιος
anfibio
σασί
telaio
άμυνα
difesa
όπλο
pistola
ανάκρουση
rinculo
πυροδότηση
sparare
ταξιαρχία
brigata
τάγμα
battaglione
διοικητής
comandante
πυροκρότηση
detonazione
θωράκιση
corazza
καμουφλάζ
camuffare
δύναμη πυρός
potenza di fuoco
κάθισμα πυροβόλου
posto di cannoniere
φόρτωση
caricamento
παρατήρηση
osservazione
διμοιρία
plotone
προστατευτικός
protettivo
θήκη
bossolo
πλαϊνή φούστα
minigonna
θρυμματισμός
sfaldamento
αερισμός
ventilazione
αμφίβιο
anfibio
κάννη όπλου
canna di fucile
πολυβολητής
mitragliere
τρύπημα σε θώρακα
perforante
βαριά θωρακισμένος
pesantemente corazzato
ενισχυμένος
rinforzato
κινητικότητα
mobilità
αντιαρματικός
anticarro