ArabicLib
Λεξικό
Μεταφραστής
Δοκιμές
Βιβλίο φράσεων
Λεξιλόγιο
Άρθρα
Σχετικά με το έργο
Επαφές
Όροι χρήσης
Εμπιστευτικότητα
Λεξικό
Μεταφραστής
Δοκιμές
Βιβλίο φράσεων
Λεξιλόγιο
ΕΛΛΗΝΙΚΆ
▼
Δημόσια Υγεία / Public Health - Λεξικό
επιδημιολογία
epidemiology
εμβολιασμός
vaccination
ανοσοποίηση
immunization
καραντίνα
quarantine
πανδημία
pandemic
έξαρση
outbreak
επιτήρηση
surveillance
μετάδοση
contagion, transmission
πρόληψη
prevention
υγειονομική περίθαλψη
healthcare
υγιεινή
sanitation
θρέψη
nutrition
ασθένεια
disease
νοσηρότητα
morbidity
θνησιμότητα
mortality
κίνδυνος
risk
διαλογή
screening
παρέμβαση
intervention
ασυδοσία
immunity
παθογόνο
pathogen
διάνυσμα
vector
αποτέλεσμα
outcome
προσιτότητα
accessibility
συμπεριφορά
behavior
επίγνωση
awareness
πολιτική
policy
προαγωγή της υγείας
healthpromotion
περιβάλλο
environment
επιδημία
epidemic
επίπτωση
incidence
επικράτηση
prevalence
ευσαρκία
obesity
ψυχική υγεία
mentalhealth
κατάχρηση ουσιών
substanceabuse
χρόνιος
chronic
οξύς
acute
μόλυνση
infection
ιχνηλάτηση επαφών
contacttracing
ξεπερνώ
outreach
επιβίωση
survivorship
ανισότητες στην υγεία
healthdisparities
αποτελεσματικότητα του εμβολίου
vaccineeffectiveness
έρευνα για ξέσπασμα
outbreakinvestigation
κοινωνικοί καθοριστικοί παράγοντες
socialdeterminants
ζωονόσος
zoonosis
υγειονομική παιδεία
healthliteracy
μολυσματικός
infectious
ελαστικότητα
resilience